Επισκέπτες

Έχουμε 3 επισκέπτες σε σύνδεση

Συνολικός αριθμός επισκεπτών

Στεγανοποίηση

print PDF

Γενικά
Το καλής ποιότητας έδαφος αποτελεί καθοριστικής σημασίας στοιχείο για τη διαβίωση και την ευημερία του ανθρώπου. Το έδαφος εξασφαλίζει στον άνθρωπο και στα διάφορα ζώα τροφή. Από το έδαφος προέρχονται επίσης πρώτες ύλες που στηρίζουν τις οικονομικές δραστηριότητες των κοινωνιών. Το έδαφος αποθηκεύει άνθρακα από την αποδόμηση οργανικών υλικών. Επιπλέον, το έδαφος επιτελεί σημαντικό ρόλο και στον κύκλο του νερού στη φύση: διηθεί, αποθηκεύει και τροφοδοτεί με νερό τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες από τους οποίους αντλείται πόσιμο νερό.

Παλαιότερα, ο κίνδυνος υποβάθμισης της ποιότητας των εδαφών οφειλόταν κυρίως στις γεωργικές πρακτικές της υπερλίπανσης και της μόλυνσης με φυτοφάρμακα. Τα τελευταία όμως χρόνια ένας νέος παράγοντας προστέθηκε: σε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο, η αύξηση του πληθυσμού και η αστυφιλία έχουν ως αποτέλεσμα την έντονη οικιστική ανάπτυξη. Σήμερα, περίπου το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αστικές περιοχές, ενώ το 1900 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 15%. Η επέκταση των πόλεων συνήθως γίνεται εις βάρος γειτονικών εκτάσεων εδάφους που παλαιότερα υποστήριζαν δραστηριότητες σχετικές με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ή αποτελούσαν δασικές εκτάσεις. Ακόμη όμως και σε παραθαλάσσιες περιοχές, η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: το έδαφος καλύπτεται όλο και περισσότερο με αδιαπέρατα υλικά όπως το τσιμέντο, η άσφαλτος κ.α. Η κάλυψη της επιφάνειας του εδάφους με αδιαπέρατα υλικά με σκοπό την αστική ανάπτυξη και την κατασκευή υποδομών περιγράφεται από τον όρο «στεγανοποίηση». Η στεγανοποίηση μπορεί γενικά να προέλθει από οποιαδήποτε δραστηριότητα προκαλεί αλλαγή της δομής του εδάφους και το καθιστά τελικά αδιαπέρατο (π.χ. συμπίεση του εδάφους από βαριά αγροτικά μηχανήματα).

Ως αποτέλεσμα της στεγανοποίησης, οι βιολογικές λειτουργίες που μπορεί να υποστηρίξει το έδαφος περιορίζονται ή ακόμη παύουν να υπάρχουν. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι, χρειάζονται εκατοντάδες χρόνια για να δημιουργηθούν λίγα εκατοστά εδάφους, τότε το έδαφος πέρα από ένας πολύτιμος πόρος μπορεί να θεωρηθεί και ως μη ανανεώσιμος πόρος που βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι συνέπειες αυτής της υποβάθμισης της ποιότητας του εδάφους, έχουν άμεσο αντίκτυπο στην υγεία του ανθρώπου, στο πλήθος και στην ποικιλομορφία των οικοσυστημάτων, στην αλλαγή του κλίματος, καθώς και στην οικονομική ευημερία και στην ποιότητα διαβίωσης.

Στεγανοποίηση και νερό
Μεταξύ των δυσμενών επιδράσεων της στεγανοποίησης, η μετατροπή του εδάφους σε ένα αδιαπέρατο μέσο αποτελεί δυσμενή παρέμβαση του ανθρώπου και στον υδρολογικό κύκλο. Η έντονη οικιστική ανάπτυξη των αστικών περιοχών, η χωρίς σχεδιασμό οικοδόμηση και η έλλειψη στρατηγικής προστασίας του εδάφους, έχουν ως αποτέλεσμα το νερό των βροχοπτώσεων αντί να διηθείται στο έδαφος, να απορρέει επιφανειακά καταλήγοντας σε υδατορρεύματα ή στη θάλασσα. Με τον τρόπο αυτό, η κύρια πηγή πόσιμου νερού καλής ποιότητας, οι υπόγειοι υδροφόροι, δεν εμπλουτίζονται και η στάθμη τους ακολουθεί πτωτική πορεία. Επιπλέον, η επιφανειακή απορροή του νερού μετά από μια έντονη βροχόπτωση σε μια στεγανοποιημένη επιφάνεια, εμφανίζεται σύντομα μετά την έναρξη της βροχόπτωσης και σε πολύ μεγάλους όγκους. Ενδεικτικές συνέπειες αυτού του φαινομένου, είναι οι έντονες πλημμύρες που προκαλούν σημαντικές καταστροφές σε πολλούς οικισμούς που οικοδομούνται χωρίς σχεδιασμό. Τέλος, η αύξηση της θερμοκρασίας του αέρα που παρατηρείται στις πυκνοδομημένες αστικές περιοχές, σε σχέση με τις γύρω υπαίθριες εκτάσεις (φαινόμενο της "θερμικής νησίδας" – Urban Heat Island), είναι ευρέως αποδεκτό από τους μετεωρολόγους πως ενισχύει τα φαινόμενα των ραγδαίων βροχοπτώσεων.

Το 1994 ο όρος «υδατικά ευαίσθητος αστικός σχεδιασμός» (Water Sensitive Urban Design – WSUD) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από αυστραλούς επιστήμονες για να περιγράψει μια φιλοσοφία ανάπτυξης των πόλεων η οποία, θα λαμβάνει υπόψη της τις δυσμενείς επιδράσεις των ανθρώπινων παρεμβάσεων στον κύκλο του νερού στη φύση. Έκτοτε, όλο και περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες αναγνωρίζουν το πρόβλημα της στεγανοποίησης και υιοθετούν χαμηλού κόστους μεθοδολογίες αστικού σχεδιασμού για τη μείωσή του.

Για την εκτίμηση του βαθμού στεγανοποίησης μιας περιοχής, η επιστήμη της Υδρολογίας χρησιμοποιεί ως δείκτη το λεγόμενο «συντελεστή απορροής». Ως συντελεστής απορροής ορίζεται το ποσοστό του όγκου της άμεσης απορροής προς τον όγκο της βροχόπτωσης που δέχθηκε μια επιφάνεια. Όπως είναι διεθνώς αποδεκτό από τους επιστήμονες, οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν το συντελεστή απορροής είναι το είδος των χρήσεων γης και η κλίση του εδάφους. Δευτερεύουσα επίδραση, ιδιαίτερα σε αστικές περιοχές, έχει και η ικανότητα του εδάφους να διηθεί το νερό. Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, μια περιοχή που καλύπτεται με αδιαπέρατα υλικά (π.χ. τσιμέντο, άσφαλτο, μέταλλο κ.α.) και έχει έντονη κλίση θα εμφανίζει υψηλότερο συντελεστή απορροής (και συνεπώς θα κινδυνεύει περισσότερο από πλημμύρες) από μια περιοχή με βλάστηση και ήπια κλίση. Συνεπώς, οι προαναφερθείσες τρεις παράμετροι πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στον καθορισμό του είδους αστικοποίησης μιας περιοχής. Βασικό στόχο του «υδατικά ευαίσθητου αστικού σχεδιασμού» πρέπει να αποτελεί η κατά το δυνατόν μικρότερη μεταβολή του υφιστάμενου συντελεστή απορροής. Σε αντίθετη περίπτωση, η ποιότητα της καθημερινής ζωής του πολίτη υποβαθμίζεται, καθώς και η οικονομική ανάπτυξη μιας πόλης μπορεί να επιβραδυνθεί.

Σε κάθε περιοχή που αναπτύσσεται αστικά για την αποφυγή του κινδύνου της στεγανοποίησης επιβάλλεται η εκπόνηση μελετών εκτίμησης της στεγανοποίησης. Η κλίμακα των μελετών μπορεί να εκτείνεται από το επίπεδο ενός Δήμου έως το επίπεδο ενός οικοδομικού τετραγώνου. Για τη διατήρηση του κινδύνου στεγανοποίησης σε χαμηλά επίπεδα, πρέπει να υιοθετηθεί μια σειρά προληπτικών μέτρων. Μεταξύ άλλων, πιθανά μέτρα αποτελούν:

  • η χρήση περατών (πορωδών) μέσων δόμησης. Ο κίνδυνος στεγανοποίησης μιας περιοχής, μπορεί περιοριστεί με τη χρήση υλικών που έχουν εμφανιστεί την τελευταία 30ετία και επιτρέπουν τη μερική διήθηση νερού διαμέσου αυτών προς το έδαφος
  • η δημιουργία εκτάσεων καλυμμένων με βλάστηση (swales), που σκοπό θα έχουν τη διήθηση ποσοτήτων νερού απορροής, πριν αυτές προστεθούν στην απορροή γειτονικών περιοχών
  • η φύτευση δένδρων εντός του αστικού ιστού. Τα δέντρα, εκτός της ευεργετικής επίδρασής τους στην ποιότητα του αέρα και στην αισθητική μιας πόλης, συνεισφέρουν επιπλέον α) στη μείωση της επιφανειακής απορροής και β) στην πτώση της θερμοκρασίας του αέρα κατά τους θερμούς μήνες
  • η δημιουργία «πράσινης στέγης» με τη φύτευση κοινόχρηστων χώρων (ταράτσες - δώματα). Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να επιτευχθεί μείωση του όγκου του νερού της βροχόπτωσης που καταλήγει να απορρέει επιφανειακά σε πεζοδρόμια και δρόμους.